Η έννοια της ανεξάρτητης αρχής καθορίζεται ως μία αρμόδια και ανεξάρτητη αρχή όπως θεσπίζεται σε εθνικό δίκαιο[1].
Στην Ελλάδα, οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές (Α.Δ.Α.) ή απλώς Ανεξάρτητες Αρχές είναι διοικητικά όργανα ενταγμένα στο Νομικό Πρόσωπο του Κράτους (Α.Δ.Α. χωρίς νομική προσωπικότητα) ή έχουν δική τους ιδιαίτερη νομική προσωπικότητα, δηλαδή αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου[2] [3] [4].
Οι ανεξάρτητες αρχές εμφανίστηκαν στην ελληνική έννομη τάξη στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και είναι μορφώματα με ενδο-διοικητική ανεξαρτησία. Αποστολή τους είναι είτε η ρύθμιση της άσκησης ενός συνταγματικού δικαιώματος, είτε η ρύθμιση μιας οικονομικής, κατά κανόνα, δραστηριότητας που συνιστά αγορά απελευθερωμένης δημόσιας υπηρεσίας υπό λειτουργική έννοια [4]. Έχουν μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας απέναντι στην Κυβέρνηση καθώς δεν υπόκεινται κατ'εξαίρεση σε ιεραρχικό έλεγχο[5]. Συνήθως ο νομοθέτης προβλέπει ένα καθεστώς αυξημένων ασυμβιβάστων και ασυλιών για τα μέλη τους, ώστε να αποφεύγονται κατά το δυνατόν οι κάθε είδους πιέσεις. Οι Α.Δ.Α. έχουν διοικητική φύση και αρμοδιότητες προς έκδοση εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Η εξουσία των Α.Δ.Α. μπορεί να είναι είτε κανονιστικής είτε καθαρά ελεγκτικής και γνωμοδοτικής υφής.
Υπάρχουν 5 συνταγματικά κατοχυρωμένες Ανεξάρτητες Αρχές[6]:
Τα μέλη των συνταγματικά προβλεπόμενων Ανεξάρτητων Αρχών επιλέγονται από τη Διάσκεψη των Προέδρων με ενισχυμένη πλειοψηφία των μελών της[7], η οποία ασκεί κοινοβουλευτική εποπτεία σε αυτές[8]. Ειδικές ρυθμίσεις για τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές προβλέπονται στον ν.3051/2002.
Τα μέλη των Α.Δ.Α. απολαμβάνουν εκτεταμένης λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας και δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο και διοικητική εποπτεία. Διορίζονται επί θητεία (ανανεώσιμη ή μη) χωρίς να μπορούν, συνήθως, να παυθούν πριν από τη λήξη της.
Ως διοικητικές αρχές, οι Α.Δ.Α. υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο των πράξεων τους. Το Δημόσιο αναλαμβάνει την ευθύνη σε περίπτωση που επέλθει βλάβη ή ζημία από την δράση τους.